Πανικός, ο φόβος που καθορίζει τη ζωή μας.
8 Νοεμβρίου 2020

Το παιδί μου με ¨βγάζει από τα ρούχα¨ μου! Ειδικά όταν θυμώνει! Τι έχει να σας πει ο θυμός;

Ο θυμός, η αγανάκτηση και η οργή είναι συναισθήματα που αντιμετωπίζουμε συχνά όλοι μας , αλλά ιδιαίτερα ως γονείς. Είτε θυμώνουμε εμείς οι ίδιοι είτε θυμώνουν τα παιδιά μας, οι εκρήξεις θυμού, οι αντιπαραθέσεις και τα αδιέξοδα στις σχέσεις μας δεν λείπουν. Η συμπεριφορά των παιδιών μας συχνά μας εκνευρίζει, και πολύ συχνά αισθάνονται και εκείνα το ίδιο με εμάς.

 Αλλά είναι όντως έτσι τα πράγματα?

Πολύ συχνά δέχομαι μηνύματα από απελπισμένους γονείς , που δεν ξέρουν τι να κάνουν και πώς να διαχειριστούν τις αντιδράσεις των παιδιών τους.

Τα  δίχρονα που χτυπιούνται έξαλλα στο πάτωμα ή τα εξάχρονα που ξεσπούν από τη μια στιγμή στην άλλη, τρέχουν μακριά χτυπώντας πόρτες ή πετώντας βρισιές συχνά αντιμετωπίζονται ως ¨κακά παιδιά¨ και η συμπεριφορά τους ως μέσω χειρισμού μας  Πολύ συχνά διαβάζουμε ή ακούμε  για μικρούς νταήδες ή και για “παλιόπαιδα”. Σκέφτομαι τους γονείς που φωνάζουν – ή ακόμη και χτυπούν – τα παιδιά τους. Ο θυμός είναι πανταχού παρών και συνοδεύεται από το αίσθημα της ενοχής. Τον συναντάμε παντού στην καθημερινότητα μας, μέσα από οργισμένα σχόλια και επιθετικές αντιδράσεις, στο δρόμο, στη δουλειά ακόμα πιο έντονα τα τελευταία χρόνια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 Ειδικά οι γονείς συχνά αποδίδουν  την αιτία του θυμού τους στη συμπεριφορά του παιδιού τους: “Με κάνεις έξαλλη/o!” ” Η συμπεριφορά σου είναι απαράδεκτη”, “Δεν ακούς τίποτα! Μόνο προβλήματα δημιουργείς!”  . Υπό το πρίσμα αυτό, το παιδί φαντάζει αχάριστο, και φαίνεται να μην ικανοποιείται με τίποτα – όσο σκληρά και αν προσπαθούμε – συμπεριφέρεται με ασέβεια, είναι άδικο, προσβλητικό, επιθετικό, αναιδές ή κακομαθημένο. Είναι  άτακτο και θρασύ. Όλες αυτές οι κριτικές οδηγούν σε ένα μόνο συμπέρασμα : Το παιδί χρειάζεται όρια, πρέπει να βιώσει τις “συνέπειες” των πράξεων του, ίσως ακόμα και μέσω του περιορισμού της ελευθερίας του.

Ένα λάθος στα μάτια μου, το οποίο συχνά οδηγεί σε περισσότερο θυμό, θλίψη και απελπισία. Συχνά απαρατήρητο και καθόλου σπάνια με μακροχρόνιες συνέπειες. .

 Αλλά τι είναι ο θυμός; Τι μας θυμώνει πραγματικά; Και γιατί είναι τόσο δύσκολο να τον αντιμετωπίσουμε;

Αν κατανοήσουμε  τι είναι στην πραγματικότητα ο θυμός και τι προσπαθεί να μας πει,  θα μπορέσουμε όχι μόνο να εστιάσουμε την προσοχή μας στις ανάγκες όλων όσων εμπλέκονται σε αυτόν , αλλά και να επιλέξουμε τη ¨γλώσσα¨ εκείνη  που θα δημιουργήσει τη σύνδεση μεταξύ μας . Έτσι, στην αντιμετώπιση του θυμού μας, αλλά και του θυμού των παιδιών μας, στην ουσία μιλάμε για τρία πράγματα:

  • Επίγνωση
  • Εσωτερική Ανάγκη
  • Σύνδεση

Δηλώσεις ή σκέψεις όπως “Είσαι αχάριστη/ος και με νευριάζεις!” ή “Είμαι θυμωμένη/ος μαζί σου, είσαι απαράδεκτη/ος!” μαρτυρούν μια εσωτερική μας στάση και μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικά πράγματα:

  • Κατηγορώ κάποιον ή κάτι για τα συναισθήματά μου: “Εσύ φταις που αισθάνομαι έτσι!”, καθιστώντας έτσι κάποιον άλλο έξω από μένα ένοχο για την πηγή του θυμού μου.

  • Επικρίνω : “Είσαι αχάριστος/προσβλητικός και άρα λάθος/κακός. ” ακυρώνω, αμφισβητώ και υποτιμώ αυτόν τον ένοχο.

Στρέφοντας την προσοχή μας στο να κρίνουμε τον εξωτερικό κόσμο, την εξωτερική συνθήκη, ξεχνάμε τον εσωτερικό μας κόσμο, τον εαυτό μας και έτσι δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στις εσωτερικές μας ανάγκες. Η  υποτίμηση και οι επικρίσεις δεν επιτρέπουν τη σύνδεση, την αποτρέπουν και απομακρύνουν τους ανθρώπους μεταξύ τους. Η συνεργασία και η εγγύτητα οι οποίες αποτελούν επιτακτική ανάγκη τόσο για εμάς όσο και για τα παιδιά μας, πραγματοποιούνται στην καλύτερη περίπτωση μέσα από φόβο, ντροπή ή ενοχή. Το κίνητρο θα πρέπει να είναι η ανακούφιση και η εξέλιξη για να προκύψει μια υγιής σχέση και όχι η επιβολή μέσω του εξαναγκασμού για πειθαρχία.

Και μόνο ο επικριτικός τρόπος σκέψης μας, που συχνά πηγάζει μέσα από προσδοκίες που έχουμε αλλά και άγνοια, είναι ικανός να μας θυμώσει. Η   αρνητική/επικριτική εικόνα για τα παιδιά (μας), τον εαυτό μας και τους άλλους ,είναι αυτή που μας κάνει  να νιώθουμε γρήγορα το θυμό, την οργή και την δυσαρέσκεια. Η θετική εικόνα από την άλλη πλευρά, αυτής της αποδοχής και της αγάπης άνευ όρων είναι αυτή που μπορεί να μας οδηγήσει στην ενσυναίσθηση.

Αν πιστεύω ότι το παιδί μου είναι ένας μικρός νταής και θέλει να μου κάνει τη ζωή δύσκολη, θα αντιδράσω θυμωμένα. Αν όμως θεωρώ ότι το παιδί μου αναζητά επαφή, πιθανώς να δυσκολεύεται και να βιώνει αγωνία , δεν ξέρει πώς να εκφραστεί με άλλο τρόπο, βρίσκεται σε μια συναισθηματικά δύσκολη φάση ανάπτυξης και δεν κάνει κάτι εναντίον μου απλώς δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί και να ρυθμίσει τα συναισθήματα του, τότε θα μπορώ να αντιδράσω με ενσυναίσθηση, να συμπάσχω και να συνδεθώ. Μπορώ τότε να επικεντρωθώ στις ανάγκες που κρύβονται πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού μου.

 Αντίστοιχα, αν νομίζω ότι κάποιος θέλει το κακό μου , είναι επιθετικός και επικριτικός απέναντί μου, θα αντιδράσω με θυμό και οργή και πολλές φορές για να αμυνθώ θα αντιδράσω με επιθετικότητα. Αλλά αν νομίζω ότι πρόκειται για κάποιον ο οποίος ¨με σκέφτεται¨, σκέφτεται πολύ πριν μου απαντήσει, μου δίνει χρόνο, έχει την διάθεση να με βοηθήσει  ή απλά έχει μια διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων (είτε τη συμμερίζομαι είτε όχι, είτε μπορώ να την αναγνωρίσω είτε όχι), μπορώ να τον δω καλοπροαίρετα και να επικεντρωθώ στον εαυτό μου και σε αυτό που χρειάζομαι εκείνη τη  στιγμή χωρίς να σπαταλάω την ενέργειά μου σε (αντί)επιθέσεις και αυτοάμυνα.

Το ίδιο ισχύει και για την αντιμετώπιση του εαυτού μας: Αν καταφέρω να εξαλείψω τις επικριτικές σκέψεις, θα μπορέσω να αντιμετωπίσω με συμπάθεια τον εαυτό μου και θα έχω την ευκαιρία να αναγνωρίσω τις δικές μου ανάγκες.

Γιατί όμως θυμώνουμε τόσο γρήγορα όταν φαίνεται να μας επικρίνουν για τον τρόπο που φερόμαστε στα παιδιά μας; Ταυτόχρονα, γιατί προκαλούμαστε τόσο πολύ από την ίδια τη συμπεριφορά των παιδιών μας;

Η συμπεριφορά των παιδιών μας ή άλλων ανθρώπων δεν μπορεί ποτέ να είναι η αιτία του θυμού μας, το πολύ-πολύ να τον πυροδοτήσουν. Αρκετά συχνά ο θυμός των παιδιών μας και ο τρόπος με τον οποίο τον εκφράζουν πυροδοτεί θυμό και σε εμάς. Οι περισσότεροι τείνουν τότε να θέλουν να καταπολεμήσουν την αφορμή, τον θυμό, δηλαδή να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα, την απειλή, την εξωτερική συνθήκη , τον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος είναι το ίδιο τους το παιδί.

Η ανάγκη για τον καθορισμό ορίων και για τιμωρία ως συνέπεια μιας συμπεριφοράς γίνεται τότε όλο και πιο έντονη. Σε αυτό το πλαίσιο όμως, ο καθορισμός των ορίων είναι συνήθως συνώνυμος με το “Περιμένω υπακοή!”. Το παιδί υποτιμάται και ενοχοποιείται. Η λύση του προβλήματος επομένως εστιάζει μόνο στο παιδί.

 Ωστόσο, αυτή η στάση είναι δηλητήριο για κάθε σχέση, αλλά ιδιαίτερα για εκείνη μεταξύ των γονέων και των παιδιών τους.

Ψάχνει κανείς τα όρια του μέσα του και τα φροντίζει επίσης κοιτάζοντας τον εαυτό του!

Αν το παιδί μου δεν κάνει αυτό που θέλω, αυτό μπορεί να έχει διάφορες αιτίες:

  • Ίσως περιμένω πάρα πολλά και δεν λαμβάνω υπόψη, ούτε εξετάζω τις ικανότητες και τις δυνατότητες του. Ουσιαστικά δεν το σέβομαι.
  • Εγώ συμπεριφέρομαι με επιθετικό τρόπο και το παιδί μου προσπαθεί να διατηρήσει την ακεραιότητά του.
  • Οι δηλώσεις μου είναι ασαφείς, για παράδειγμα, ζητάω κάτι αλλά στην πραγματικότητα δίνω  μόνο εντολές , ή του λέω τι να μην κάνει  αντί για το τι θα ήθελα να γίνει και διατυπώνω  προτάσεις με το “ΜΗ” για το σκοπό αυτό.

Ο άνθρωπος που έχω απέναντί μου δεν μπορεί (!) να το ακολουθήσει αυτό για διάφορους λόγους. Επειδή δεν καταλαβαίνει και δεν βρίσκεται στο αντίστοιχο αναπτυξιακό στάδιο για να καταλάβει. Επειδή η ακεραιότητά του φαίνεται να διακυβεύεται. Επειδή αυτό θα τον απέτρεπε από το να δει  τις δικές του ανάγκες. Επειδή η πίεση προκαλεί αντίδραση . Επειδή αυτό το άτομο δεν αισθάνεται ότι το βλέπουν, ότι το καταλαβαίνουν, ότι το νιώθουν. Επειδή έχει ήδη προσπαθήσει πάρα πολύ να συνεργαστεί, κ.λπ..

Πολύ συχνά όλα αυτά, οδηγούν σε μια οργισμένη αντίδραση του παιδιού, πίσω από την οποία, κατά κανόνα, κρύβεται θλίψη και απελπισία. Αυτά τα συναισθήματα, με τη σειρά τους, υποδεικνύουν τις ανάγκες του παιδιού για αυτονομία, αναγνώριση, εκτίμηση, αποδοχή και τελικά αγάπη, ασφάλεια και ένταξη. Φυσικά σε αυτό το σημείο οι γονείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλη τη δύναμη και την εξουσία που έχουν προς τα παιδιά τους όταν αυτά “ξεφύγουν από τα όρια”. Αυτή είναι η εύκολη λύση  και μπορεί να  λειτουργήσει  πολύ άμεσα  βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα όμως δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Το ερώτημα εδώ λοιπόν είναι : Ποιος ή ποιοι πληρώνουν το τίμημα αυτής της εξαναγκαστικής συνεργασίας και τι αποτέλεσμα έχει αυτό στη μεταξύ μας σχέση;

Κανένα μόνιμα αποξενωμένο άτομο δεν μπορεί να παραμείνει ψυχικά υγιές.

Σε αυτό το σημείο όμως, μπορώ να αποφασίσω κάτι άλλο: να αποδεχτώ αυτό που είναι.

Ένα παιδί με όλες τις αδυναμίες, τις δυνάμεις και τα συναισθήματά του, καθώς και την παρούσα κατάσταση που βιώνει αναπτυξιακά αλλά και συναισθηματικά και να αλλάξω αυτό που μπορεί να αλλάξει: τον εαυτό μου και την κατάσταση της ζωής μακροπρόθεσμα. Και αυτό απαιτεί αυτοκριτική, συνειδητοποίηση και πολλή δουλειά με τον εαυτό μας.

Ποιες είναι λοιπόν οι αιτίες του θυμού μας και πώς θα τις προσεγγίσω;

Η σχέση μας με τα παιδιά μας και με τον εαυτό μας – στο βαθμό που δεν την έχουμε επεξεργαστεί – διαμορφώνεται συνήθως από τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ίδιοι κάποτε σχετιζόμασταν με τους δικούς μας γονείς. Είναι οι πολλές μικρές και μεγάλες πληγές, ακόμη και τα τραύματα που εμείς οι ίδιοι βιώσαμε στην παιδική μας ηλικία, που πονάνε μέσα μας και εμποδίζουν τη σύνδεση με τα παιδιά μας. Είναι οι πολλές εσωτερικευμένες πεποιθήσεις που διαμορφώνουν την εικόνα μας για τα παιδιά, για μια υποτιθέμενη επαρκή σχέση γονέα-παιδιού και για τον εαυτό μας. Είναι αυτά τα ασυνείδητα αλλά βαθιά ριζωμένα πράγματα που μας δημιουργούν αντίσταση και μετατοπίζουν την εστίαση από τις ανάγκες μας .

Τελικά οι σκέψεις μας και οι ανεκπλήρωτες ανάγκες μας κάνουν να θυμώνουμε!

Η απάντηση στο ότι είμαστε θυμωμένοι βρίσκεται μέσα μας. Δεν είναι οι άλλοι. Όχι τα παιδιά μας. Όχι η συμπεριφορά τους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι το εσωτερικό μας παιδί που λαχταρά να αγκαλιαστεί με αγάπη από εμάς.

Τη στιγμή που το συνειδητοποιούμε αυτό, ο θυμός που προκλήθηκε μετατρέπεται σε μια μεγάλη ευκαιρία. Σε αυτό το σημείο η γονεϊκότητα μας επιτρέπει να μεταμορφωθούμε, γιατί ανοίγει την πόρτα στα πρωταρχικά μας θέματα και μας δίνει την ευκαιρία να επεξεργαστούμε όλες τις πληγές και τα τραύματα που έχουμε βιώσει με την πάροδο του χρόνου σε ένα προστατευμένο περιβάλλον – γιατί δεν είμαστε πλέον το εξαρτημένο, εγκαταλελειμμένο παιδί που ήμασταν κάποτε. Αυτό κι αν είναι δώρο! Ακόμη και αν ο δρόμος προς την αυτό-ευθύνη, την αυτό-αγάπη και την αυτό-αποτελεσματικότητα αποδεικνύεται μερικές φορές πολύ επώδυνος και εξαντλητικός.

Το θέμα εδώ δεν είναι να προβληματικοποιήσουμε τα πάντα. Το θέμα είναι μια πιο συνειδητή γονεικότητα και η δυνατότητα μιας εναλλακτικής αντίληψης του εαυτού μας και των άλλων που μας δίνεται. Αυτή που τελικά θα μας απελευθερώσει από τη θυματοποίηση.

Τα θυμωμένα παιδιά δεν χρειάζονται όρια. Χρειάζονται πρώτα απ’ όλα ενσυναίσθηση. Το ίδιο χρειάζονται και οι θυμωμένοι γονείς. Ωστόσο, η ευθύνη για την ποιότητα της σχέσης μεταξύ γονέων και παιδιών ανήκει πάντα στον ενήλικα. Έχουμε την ωριμότητα και την εμπειρία ζωής να εκφράσουμε το θυμό μας με διαφορετικό τρόπο και να επεξεργαστούμε τα θέματά μας. Τα παιδιά μας, από την άλλη πλευρά, δεν μπορούν να εκφραστούν διαφορετικά από ό,τι με τον τρόπο με το οποίο ήδη εκφράζονται και χρειάζονται το παράδειγμά μας για καθοδήγηση. Πίσω από όλο τον θυμό μας υπάρχει συνήθως απελπισία και θλίψη. Και αυτές δεν διαλύονται μέσα από τον εξωτερικό έλεγχο και τις τιμωρίες, αλλά ενισχύονται.

Έτσι, τα ερωτήματα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας είναι:

Τι χρειάζεται το θυμωμένο παιδί μου τώρα ?Τι χρειάζομαι εγώ όταν είμαι θυμωμένος?
Ποια είναι η αιτία του θυμού του? Ποια είναι η αιτία του δικού μου θυμού? Τι προκαλεί τον πόνο μας σε κάθε περίπτωση ?

Δεν είναι λοιπόν το θέμα της καταστολής του θυμού μας αυτό που συζητάμε , ούτε στο παιδί αλλά ούτε στον εαυτό μας, ή το να μην θυμώνουμε. Αλλά είναι αυτό της προσεκτικής ακρόασης και αναγνώρισης του τι προσπαθεί να μας πει ο θυμός αυτός. Το πώς μπορούμε μακροπρόθεσμα να αποκτήσουμε μεγαλύτερη ενσυνειδητότητα με τον εαυτό μας και έτσι να διασφαλίσουμε ό,τι μπορούμε να νιώθουμε και να διοχετεύουμε τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας πέρα από την σκιά του θυμού.

Πίσω από κάθε συμπεριφορά κρύβεται μια ανάγκη που πρέπει να ικανοποιηθεί. Κανένας άνθρωπος, μεγάλος ή μικρός, δεν κάνει τίποτα επειδή είναι κακός και άδικος. Τα παιδιά δεν γνωρίζουν ή δεν μπορούν να καταφύγουν σε άλλες στρατηγικές αυτή τη στιγμή για να γίνουν κατανοητά. Δουλειά μας ως γονείς είναι να καλύπτουμε τις ανάγκες μας χωρίς να εξαναγκάζουμε τα παιδιά μας  να το κάνουν εκείνα για εμάς και να βοηθάμε τα παιδιά μας να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Η καταπίεση της συμπεριφοράς μπορεί να είναι μια βραχυπρόθεσμη λύση, αλλά τελικά απλώς μεταθέτει το πρόβλημα σε άλλους τομείς ή για αργότερα. Βλέπω τις συνέπειες αυτής της μεταχείρισης ξανά και ξανά σε καθημερινή βάση.

Τα συναισθήματά μας είναι οδοδείκτες των αναγκών μας. Αξίζει να ασχοληθείτε και να εξοικειωθείτε μαζί τους.